Αίας

Ο Αίας, γιος του Τελαμώνος βασιλιάς της Σαλαμίνας. Συχνά αναφέρεται χωρίς πατρωνυμικό, αλλά λέγεται και τελαμώνιος ή μέγας ή μείζων, κυρίως για να διακρίνεται από τον ομώνυμο ήρωα, το όνομα του οποίου ακολουθείτε σταθερά από κάποια προσωνυμία. Η διαφορά αυτή δείχνει ποιος από τους δύο ήρωες θεωρούνταν υπέρτερος. Στον Όμηρο οι δύο ήρωες αναφέρονται στον δυϊκό αριθμό «Αίαντε». Η καταγωγή του Αίαντος του Τελαμώνιου ήταν, σύμφωνα με τον Όμηρο, πολύ υψηλή και θεία, στο ίδιο επίπεδο με του Αχιλλέα, που είναι αμέσως πιο πάνω από τον Αία και, κατά τον Όμηρο, ο πρώτος ήρωας των Ελλήνων. Ο πατέρας του Αίαντος Τελαμών και ο Πηλεύς, πατέρας του Αχιλλέα, ήταν γιοι του Αίακου, γιου του Διός. Ο Πηλεύς και ο Τελαμών είχαν νόθο αδερφό τον Φώκο, τον οποίο σκότωσαν, σύμφωνα με τη παράδοση, και για την πράξη τους αυτή εξορίστηκαν από την Αίγινα από τον πατέρα τους, αργότερα όμως διακρίθηκαν για την ανδρεία τους. Μετά από την εξορία τους, ο Πηλεύς ήρθε Φθία και απέκτησε μεγάλη δύναμη στην περιοχή του Πηλίου.

Ο Τελαμών εγκαταστάθηκε στη Σαλαμίνα. Μαζί με τον φίλο του τον Ηρακλή πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά του Λαομέδοντος, του μυθικού βασιλιά της Τροίας, και, κατά τον Ισκαριώτη «Αριστείον ηξιώθει» πήρε δηλαδή, μετά την άλωση της Τροίας, ως βραβείο για την ανδρεία του την κόρη του Λαομέδοντος Ισιώνη, με την οποία απέκτησε τον Τεύκρο, ετεροθαλή αδερφό του Αίαντος. Σύμφωνα με την παράδοση, η μητέρα του Αία ήταν η Εριβοία, εγγόνι του Πέλοπος. Συνεπώς και από τη μητέρα του ο Αίας καταγόταν από τον Δία. Ως Αιακίδης ο Αχιλλεύς αναφέρεται στον Όμηρο, ενώ ο Αίας μόνο μετά τον Όμηρο. Στη συνέχεια ο Αίας προβάλλεται ως αθηναίος, γιατί η μητέρα του Εριβοία, σύμφωνα με τον Αττικό μύθο, υπήρξε μια από τις παρθένες που στάλθηκαν στον μινώταυρο μαζί με τον Θησέα. Η Εριβοία έγινε αργότερα σύζυγος του Θησέως και έτσι εξηγείται η ύπαρξη της «Αιαντίδος Φυλής» στην Αττική. Στην μεγάλη εκστρατεία κατά της Τροίας ο Αίας ως βασιλιάς της Σαλαμίνας, πήρε με μικρή δύναμη από 12 πλοία, ενώ ο Αχιλλέας ήταν επικεφαλής 50 πλοίων. Χαρακτηριστικό της διαφοράς αυτής είναι και το ότι, κοντά στο ακρωτήριο της Τροίας Ροίτειο, ο Αίας κατέλαβε την αριστερή άκρη του στόλου και ο Αχιλλέας την δεξιά. Κατά τους αγώνες των Ελλήνων στη Τροία, ο Αίας είναι ο δεύτερος μετά τον Αχιλλέα ηγήτορας και αγωνιστής την ώρα της μάχης. Μετά την αποχώρηση του Αχιλλέα ο Αίας έγινε ο πιο άξιος ήρωας των Ελλήνων και ιδιαίτερα όταν η κατάσταση έφτασε σε σημείο απόγνωσης. Επανειλημμένα οδηγεί τους Έλληνες στην επίθεση ή καλύπτει την υποχώρηση τους. Ο συνηθέστερος χαρακτηρισμός του είναι «έρκος Αχαιών», δηλαδή προπύργιο των Ελλήνων.

Αυτός διακρίνεται στον αγώνα γύρο από τα πλοία αγωνίζεται μπροστά από το νεκρό σώμα του Πατρόκλου και υπερασπίζεται τον Τεύκρο.Αυτός αντιμετωπίζει σε μονομαχίατον Εκτωρα, η οποία καταπαύει όταν έρχεται η νύχτα χωρίς οριστικό αποτέλεσμα αλλά με προφανή την υπεροχή του Βασιλιά της Σαλαμίνας. Το τελευταίο αυτό υποδηλώνεται ίσως από τα δώρα τα οποία ανταλλάσσουν οι δύο αντίπαλοι μετά το τέλος της μονομαχίας. Ο Έκτορ προσφέρει «ξίφος αργυρόηλων συν κολεώ τε και ευτμήτω τελαμώνι». Τη θέση αυτή του ήρωα στον Όμηρο επιβεβαιώνει και ο τρόπος με τον οποίο προβάλλεται το πρόσωπό του από τον ποιητή, περισσότερο για την εξωτερική του εμφάνιση αλλά και για τον χαρακτήρα του. Στον διάλογο μεταξύ Πρίαμου και Ελένης ενώ παρατηρούν τον στρατό των ελλήνων από τα τείχη της Τροίας κατά την «τειχοσκοπία» ο Αίας χαρακτηρίζεται από τον Πρίαμο που ρωτά ως «ηύς τε μέγας τε» στο κεφάλι και τους ώμους, που υπερέχει από τους άλλους έλληνες – με τον Αχιλλέα βέβαια απόντα – και από την Ελένη, που του απαντά, ως «πελώριος». Στο «μέγεθος» ο Έκτορ, μετά την λήξη της μονομαχίας που προαναφέρθηκε, προσθέτει «βίην» ώς σωματικό χαρακτηριστικό του Αίαντος. Ξεχωριστό όπλο του είναι η τεράστια και φοβερή ασπίδα του από επτά δέρματα βοδιού («δείνον σάκος επταβόειον»), η οποία στον Όμηρο παρομοιάζεται με πύργο, προφανώς μυκηναϊκού τύπου. Σχετικώς με το λαμπρό του παράστημα είναι και ο χαρακτηρισμός «φαίδιμος Αίας». Συμπλήρωμα των παραπάνω, σε ότι αφορά στην έκφραση του προσώπου, είναι και η εικόνα του ήρωα πριν από την μονομαχία του με τον Έκτορα. Αφού φόρεσε την πανοπλία, πελώριος όπως ο Άρης, προχωράει στον αγώνα με μεγάλα βήματα κραδαίνοντας το «δολοχόσκιον» δόρυ, «μειδιόων βλοσυροίσι προσώπασι», και προκαλώντας την ευχαρίστηση των ελλήνων που τον έβλεπαν αλλά και τον φρικτό τρόμο των Τρώων. Αντίστοιχο με το παράστημα του Αίαντος είναι και το φρόνημά του. Όπως η ρώμη του σώματος, έτσι και η δύναμη του φρονήματος του είναι ακλόνητη. Το πάντα σταθερό θάρρος του ήρωα εκφράζεται λαμπρά στην ανδρεία του πού, με εξαίρεση τον Αχιλλέα, δεν υπολείπεται από κανένα άλλο έλληνα. Δικαιολογημένη είναι η υπερηφάνεια αλλά και η ευθύτητα και η ειλικρίνεια του ήρωα. Όπως στο συναίσθημα, έτσι και στο λογικό ο Αίας προβάλλεται απλός και πηγαίος και η σκέψη του δεν είναι ανάξια λόγου. Ο Έκτωρ του αναγνώριζε παράλληλα με το «μέγεθος» και «βίην» την «πινυτήν», δηλ. τη σύνεση. Ωστόσο η διανόηση του Αίαντος δεν έχει την κινητικότητα και την ευστροφία, χαρακτηριστικό άλλων ομηρικών ηρώων. Σε αγώνα πάλης ο Αίας και ο Οδυσσέας αναδεικνύονται ισόπαλοι. Έτσι το «πολυμήχανον» του δεύτερου αντισταθμίζει την κατά τα άλλα υπεροχή του πρώτου. Αντίστοιχα λιτός, αν όχι αργός, είναι και ο λόγος του Αίαντος. Μετέχει στην πρεσβεία, που στάλθηκε προς εξευμενισμό του Αχιλλέος ως τρίτο μέλος αλλά δεν λέγει παρά ελάχιστα και συμβατικά ενώ ο Οδυσσεύς είναι ο επικεφαλής της πρεσβείας και ο κύριος ομιλητής. Ο Αίας όμως δεν είναι προδιατεθειμένος για συμβιβασμούς , και ακόμα λιγότερο για συνθηκολογήσεις που τραυματίζουν την φιλοτιμία του. Στην Οδύσσεια γίνετε μνεία του θανάτου του Αίαντος εξαιτίας των όπλων του Αχιλλέος. Τα όπλα αυτά, μετά το θάνατο του κατόχου τους και τους αγώνες που ακολουθούσαν, δόθηκαν στον Οδυσσέα, που προκηρύχθηκε μεταξύ των ηρώων που επέζησαν. Ο Αίας, που θίχτηκε από την απόφαση αυτή, καταλήφθηκε από μανία και όρμησε με το ξίφος στο στρατόπεδο των Αχαιών αλλά η Αθήνα που επότευε στην κρίση διατάραξε την διάνοια του και τον έκανε να στραφεί προς τα κοπάδια του στρατοπέδου. Στην παραφορά του ο Αίας έσφαξε μέρος από τα ζώα και έφερε στη σκηνή του ένα σφαγμένο κριάρι νομίζοντας πως είναι ο Οδυσσεύς. Όταν συνήλθε αυτοκτόνησε από ντροπή και αγανάκτηση πέφτοντας πάνω στο σπαθί του.

Όσα προαναφέρθηκαν, καθώς και άλλα σχετικά με τον θάνατο του Αίαντος, φαίνεται πως συνδέονται με την παραπάνω μνεία για τον θάνατο του ήρωα στην Οδύσσεια. Προέρχονται όμως όχι από τα Ομηρικά έπη, αλλά από άλλες μεταγενέστερες πηγές, ανάμεσα στις οποίες είναι και τα σχόλια στην Οδύσσεια του Ομήρου και η Μικρά Ιλιάς. Βασικές πηγές για την κρίση των όπλων του Αχιλλέα είναι οι μεταμορφώσεις του Οβιδίου και για τον θάνατο του Αίαντος η ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλέους, γιατί από την αντίστοιχη τραγωδία του Αισχύλου σώζονται μόνο λίγα αποσπάσματα. Στην τραγωδία αυτή του Σοφοκλέους περιλαμβάνετε και η περίφημη αποχαιρετιστήρια ευχή του Αίαντος προς τον γιο το Ευρυσάκη «Ω παί γέννοιο πατρός ευτυχέστερος / τα δ’ αλλ’ όμοιος και γέννοι αν ού κακός».

Εκτός από τα παραπάνω, πολλά άλλα σχετικά με τον θάνατο του ήρωα αναφέρονται από τη μυθολογία, για τα οποία «υπόθεσιν» του Αίαντος του Σοφοκλέους. Σύμφωνα με μια εκδοχή «τρωθείς από του Πάριδος ήλθεν εις τας ναύς αιμορροών», και με μια άλλη θάφτηκε ζωντανός από τους Τρώες που του έριξαν λάσπη. Σχετικά με την ιδιότητα του ως άτρωτου, αναφέρεται από τον Ησίοδο, καθώς και από τον Πίνδαρο ότι όταν ο Ηρακλής επισκέφθηκε τον Τελαμώνα φορώντας τη λεοντή, ευχήθηκε να γίνει το παιδί του που μόλις είχε γεννηθεί, «άρρηκτον», δήλ. Άτρωτο όπως και η λεοντή. Ο Ζευς που ανταποκρίθηκε στην ευχή, έστειλε έναν «αιετόν», από όπου το παιδί ονομάστηκε Αίας. Από το περιστατικό αυτό αναπτύχθηκε ο μύθος ότι ο Αίας ήταν άτρωτος εκτός από την πλευρά που δεν κάλυψε η λεοντή με την οποία σύμφωνα με τον μύθο τον περιτύλιξαν. Η άποψη στην οποία πολλοί κατέληξαν με αφορμή τα παραπάνω, ότι δηλαδή ο Αίας αρχικά δεν ήταν άνθρωπος αλλά γιγάντιο και υπερφυσικό ον, μπορεί να χαρακτηριστεί δικαιολογημένη αλλά όχι απόλυτα τεκμηριωμένη. Αυτό με σαφήνεια προκύπτει από τις πηγές είναι ότι ο Αίας, από τον Όμηρο και μετά παριστάνετε ως πελώριος και πανίσχυρος άνθρωπος. Ο τάφος του ήρωα το Αιάντειον, δειχνόταν σε περιοχή κοντά στο Ροιτειο, ακρωτήριο της Τροίας, όπου υπήρχε και ο ναός προς τιμήν του.

Φαίνεται ότι η λατρεία του Αίαντος είχε ευρεία διάδοση κατά την αρχαιότητα, γιατί αναφέρεται ως καθιερωμένη στη Σαλαμίνα, την Αττική, την Τρωάδα, στο Βυζάντιο, ίσως και στα Μέγαρα. Η λατρεία αυτή πρέπει να ήταν αξιόλογη στη Σαλαμίνα τη γενέτειρα του ήρωα, και στην Αττική, με την οποία συνδέθηκε η μητέρα του Ερίβοια. Στη Σαλαμίνα είχαν ιδρυθεί Ιερά και ανδριάντας προς τιμήν του, και σχετική γιορτή, τα Αιάντεια, συνέδεε το νησί με την πόλη της Αθήνας, ιδιαίτερα μετά την κατάληψη της Σαλαμίνας από τους αθηναίους. Τα Αιάντεια γιορτάζονταν με λαμπρό τρόπο. Μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της Σαλαμίνας, τιμούσαν τον Αίαντα ως ήρωα στην Αττική και τον γιο του Ευρυσάκη στη Βραυρώνα. Μια από τις κυριότερες φυλές της Αθήνας, οι Αιαντείς, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του ήρωα, έπαιρνε κατά κανόνα την τιμητική θέση που της ανήκε στη δημόσια ζωή της πόλης. Το άγαλμα του Αίαντος, ως επώνυμου ήρωα είχε στηθεί μπροστά στο Βουλευτήριο της Αθήνας.

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΙΑΝΤΑ

Η Σαλαμίνα συνεχίζει να ξαφνιάζει, βρέθηκε ένα εύρημα «εξαιρετικής σημασίας», σύμφωνα με τον καθηγητή Γιάννη Λώλο που διενεργεί την ανασκαφή. μία φολίδα πανοπλίας με έκτυπη ιερογλυφική γραφή.